p+R+D

Η ΑΣΤΙΚΗ ΛΟΓΙΚΗ ΤΗΣ “ΕΝΔΙΑΜΕΣΗΣ ΠΟΛΗΣ” ΣΤΗ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΑΘΗΝΑ

29 · 01 · 2026

Το έργο σχεδιασμού του Thomas Sieverts (1934) μπορεί να κατανοηθεί καλύτερα ως μια προσεκτική ανάγνωση της καθημερινής πόλης. Αντί να εστιάζει σε εμβληματικά αντικείμενα ή εξιδανικευμένες αστικές μορφές, ο Sieverts έδωσε ιδιαίτερη σημασία στις πραγματικές συνθήκες που παρήγαγε η μεταπολεμική ανάπτυξη, η κινητικότητα και η αποκέντρωση. Η προσέγγισή του συνδύαζε τον αστικό σχεδιασμό, την αρχιτεκτονική και τη θεωρία, με έντονη έμφαση στην παρατήρηση, τη χαρτογράφηση και την κατανόηση του τρόπου με τον οποίο οι άνθρωποι ζουν και κινούνται μέσα στον χώρο. Για τον Sieverts, το δομημένο περιβάλλον δεν ήταν μια ολοκληρωμένη σύνθεση, αλλά ένα εξελισσόμενο σύστημα που διαμορφώνεται από οικονομικές, κοινωνικές και υποδομικές δυνάμεις.

Αυτή η οπτική διατυπώνεται πιο καθαρά στην έννοια της Zwischenstadt («ενδιάμεση πόλη»). Με τον όρο αυτό, ο Sieverts περιέγραψε τα εκτεταμένα αστικά τοπία που βρίσκονται ανάμεσα στην παραδοσιακή συμπαγή πόλη και την ανοιχτή ύπαιθρο.

Η έννοια της Zwischenstadt* (ενδιάμεση πόλη) συνιστά ένα κρίσιμο θεωρητικό εργαλείο για την κατανόηση της σύγχρονης αστικής συνθήκης, καθώς αμφισβητεί θεμελιώδεις παραδοχές της κλασικής πολεοδομικής σκέψης.

Η πόλη παύει να γίνεται αντιληπτή ως ένα σαφώς οριοθετημένο, μορφολογικά συνεκτικό και λειτουργικά ιεραρχημένο σύνολο και επαναπροσδιορίζεται ως ένα διάχυτο χωρικό πεδίο, στο οποίο οι αστικές λειτουργίες εκτείνονται πέρα από τα ιστορικά και διοικητικά της όρια. Η Zwischenstadt δεν αποτελεί εξαίρεση ή παρέκκλιση από την «κανονική» πόλη, αλλά μια δομική συνθήκη της ύστερης νεωτερικότητας.

Σε θεωρητικό επίπεδο, η Zwischenstadt υπονομεύει το δίπολο πόλη-ύπαιθρος, το οποίο υπήρξε κεντρικό στη συγκρότηση της πολεοδομίας ως επιστημονικού πεδίου. Αντί της σαφούς μετάβασης από τον αστικό στον αγροτικό χώρο, παρατηρείται η ανάδυση ενός ενδιάμεσου συνεχούς, όπου στοιχεία αστικότητας και μη αστικότητας συνυπάρχουν και αλληλοδιεισδύουν. Η αστικότητα δεν ορίζεται πλέον από τη μορφή ή την πυκνότητα, αλλά από τη λειτουργική ένταση, τη δικτύωση και τη συμμετοχή σε ευρύτερα συστήματα ροών.

Κεντρικό χαρακτηριστικό της Zwischenstadt είναι η αποσύνδεση μορφής και λειτουργίας. Οι αστικές δραστηριότητες δεν απαιτούν πλέον τη φυσική τους εγγύτητα ούτε την ένταξή τους σε ένα ενιαίο μορφολογικό σύστημα. Αντίθετα, διασπείρονται στον χώρο, οργανωμένες κυρίως από τις υποδομές μετακίνησης, ενέργειας και επικοινωνίας. Η πόλη μετατρέπεται σε ένα χωρικό πλέγμα υποδομών, μέσα στο οποίο η μορφή λειτουργεί περισσότερο ως υποπροϊόν παρά ως ρυθμιστικός μηχανισμός.

Η κινητικότητα αναδεικνύεται έτσι σε βασική αρχή οργάνωσης του χώρου. Στη Zwischenstadt, η εμπειρία του χώρου καθορίζεται λιγότερο από τη σταθερότητα και περισσότερο από τη μετακίνηση. Ο χρόνος αντικαθιστά την απόσταση ως βασική μονάδα μέτρησης και η καθημερινότητα συγκροτείται μέσα από ακολουθίες μεταβάσεων μεταξύ αποσπασματικών τόπων. Η πόλη δεν βιώνεται ως συνεχές τοπίο, αλλά ως αλληλουχία σημείων συνδεδεμένων μέσω δικτύων.

Από αυτή την άποψη, η Zwischenstadt μπορεί να ιδωθεί ως χωρική έκφραση της μετάβασης στη μεταβιομηχανική κοινωνία. Η αποσύνδεση της παραγωγής από τον τόπο, η ευελιξία της εργασίας, η άνοδος της κατανάλωσης και η κυριαρχία της εφοδιαστικής αλυσίδας μετασχηματίζουν ριζικά τις σχέσεις χώρου και κοινωνίας. Η πόλη δεν λειτουργεί πλέον ως συγκεντρωτικός μηχανισμός, αλλά ως κατανεμημένο σύστημα εξειδικευμένων ζωνών και κόμβων.

Η ελληνική εκδοχή της Zwischenstadt παρουσιάζει ιδιαίτερο θεωρητικό ενδιαφέρον, καθώς η διάχυση της αστικότητας δεν υπήρξε προϊόν θεσμοθετημένου σχεδιασμού, αλλά αποτέλεσμα σωρευτικών και άτυπων διαδικασιών. Η απουσία ισχυρών ρυθμιστικών μηχανισμών, σε συνδυασμό με την εκτός σχεδίου δόμηση και την αυθαίρετη ανάπτυξη, παρήγαγε μια μορφή ενδιάμεσης πόλης χωρίς σαφή πρότυπα προαστιοποίησης. Η Zwischenstadt στην Ελλάδα δεν συγκροτείται ως προγραμματισμένη περιφέρεια της πόλης, αλλά ως αποτέλεσμα συνεχούς χωρικής προσθήκης.

Στο πολεοδομικό συγκρότημα της Αθήνας, η Zwischenstadt δεν μπορεί να εντοπιστεί σε συγκεκριμένες ζώνες, αλλά λειτουργεί ως γενικευμένη χωρική συνθήκη. Η διάκριση ανάμεσα στο κέντρο, τα προάστια και την περιφέρεια αποδυναμώνεται, καθώς ολόκληρη η Αττική συγκροτεί ένα εκτεταμένο πεδίο αστικότητας. Η πόλη δεν τελειώνει στα διοικητικά της όρια, αλλά διαχέεται μέσω υποδομών, χρήσεων και καθημερινών πρακτικών σε ένα ευρύτερο μητροπολιτικό τοπίο.

Θεωρητικά, η αθηναϊκή Zwischenstadt μπορεί να περιγραφεί ως ένα υβριδικό χωρικό σύστημα, όπου συνυπάρχουν διαφορετικά ιστορικά στρώματα χωρίς να ενοποιούνται μορφολογικά. Η ιστορική πόλη, η πυκνή μεταπολεμική δόμηση, οι άτυπες επεκτάσεις, οι μεγάλες υποδομές και οι σύγχρονες ζώνες κατανάλωσης λειτουργούν παράλληλα, παράγοντας έναν χώρο χωρίς σαφή συνοχή αλλά με έντονη λειτουργική διασύνδεση. Η έλλειψη μορφικής ενότητας δεν αποτελεί παθολογία, αλλά δομικό χαρακτηριστικό της αστικής οργάνωσης.

Σε αυτό το πλαίσιο, η Zwischenstadt δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με τα εργαλεία της κλασικής πολεοδομίας, τα οποία βασίζονται στην έννοια της μορφής, του κέντρου και της ιεραρχίας. Αντίθετα, απαιτείται μια μετα-πολεοδομική προσέγγιση, που θα εστιάζει στις σχέσεις, τις ροές, τις εντάσεις και τις πρακτικές χρήσης του χώρου. Ο σχεδιασμός δεν καλείται να επιβάλει συνοχή, αλλά να διαχειριστεί την ετερογένεια.

Η θεωρητική πρόκληση της Zwischenstadt έγκειται στο ότι μετατοπίζει το ερώτημα από το «πώς πρέπει να είναι η πόλη» στο «πώς λειτουργεί η αστικότητα». Η έμφαση μεταφέρεται από τη μορφολογική κανονικότητα στη χωρική εμπειρία, από το σχέδιο στον μηχανισμό και από το αντικείμενο στο πεδίο. Η πόλη δεν σχεδιάζεται πλέον ως εικόνα, αλλά ως διαδικασία.

Συμπερασματικά, η Zwischenstadt δεν αποτελεί απλώς έναν περιγραφικό όρο, αλλά μια κριτική έννοια που επιτρέπει την αναθεώρηση βασικών κατηγοριών της αστικής θεωρίας. Στην περίπτωση της Αθήνας, λειτουργεί ως κλειδί κατανόησης ενός διάχυτου μητροπολιτικού τοπίου, όπου η αστικότητα δεν συγκεντρώνεται αλλά διαχέεται. Η αναγνώριση αυτής της συνθήκης δεν οδηγεί στην εγκατάλειψη του σχεδιασμού, αλλά στη μετατόπισή του προς μια πιο σύνθετη, ανοιχτή και αναστοχαστική κατεύθυνση.

Δημήτρης Ποτηρόπουλος
Architect Dipl Ing Arch MArch
Chairman & Founding Partner

* Ο Thomas Sieverts είναι αρχιτέκτονας και πολεοδόμος, γνωστός κυρίως για το βιβλίο του Zwischenstadt, στο οποίο εισάγει τον ομώνυμο όρο για τον σύγχρονο αστικό χώρο ανάμεσα στην πόλη και την ύπαιθρο. Σπούδασε αρχιτεκτονική και πολεοδομία στο Λίβερπουλ και στο Βερολίνο και, στη συνέχεια, δίδαξε σε κορυφαία πανεπιστήμια όπως το Harvard University, η Technische Universität Darmstadt και το Institute of Advanced Studies στο Βερολίνο. Το έργο του Sieverts έχει επηρεάσει σημαντικά τη σύγχρονη αντίληψη για τον σχεδιασμό και την οργάνωση των αστικών περιοχών.